Το site αυτό ΔΕΝ εκπροσωπεί τον ΔΗΜΟ ΠΥΛΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ...

www.chora-messinias.gr
Επισκευθείτε εικονικά το Μουσείο της Χώρας

Τα αίτια της διακοπής του προγράμματος στήριξης

AddThis Social Bookmark Button
Τα αίτια της διακοπής  του προγράμματος στήριξης - Media

Υποχείριο των οικονομικών εξελίξεων η πολιτική

Του Θεόδωρου Παπαηλία
1. Η ελληνική διάσωση και η πολιτική ανεπάρκεια
Η δήλωση (στα τέλη του 2009) ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα ανερχόταν στο 12% (15,6% με τις νέες εκτιμήσεις) έσκασε ως βόμβα στην Ευρώπη, μολονότι η τάση ιδιαίτερα του χρέους – βλέπε Διάγραμμα – (129% του ΑΕΠ) είχε ήδη διαφανεί από το 2007, παρά τις διαβεβαιώσεις της τότε κυβέρνησης περί θωρακισμένης οικονομίας.
Έπειτα από μήνες διαβουλεύσεων, οι εκνευρισμένοι Ευρωπαίοι κατέληξαν σε πρόσκληση του ΔΝΤ ως ειδικού. Έτσι η κυβέρνηση, παρά τα μέτρα λιτότητας που σχεδίασε το διάστημα Ιανουαρίου - Μαρτίου, αποδέχθηκε εκβιαζόμενη σχέδιο απότομης προσαρμογής (απεκλήθη κατ’ ευφημισμόν μνημόνιο συνεργασίας και ψηφίστηκε στις 6 Μαΐου 2010). Το ΔΝΤ, αρχιτέκτων της διάσωσης, απέτυχε, όπως μάλλον ήταν αναμενόμενο1, και γρήγορα αποδέχθηκε το γεγονός.

Έναν χρόνο αργότερα, και ο πλέον αδαής αντιλαμβανόταν ότι η απομείωση του χρέους ήταν αναπόφευκτη. Αρχικά (Ιούλιος) αυτή υπολογίσθηκε στο 21% και στο τέλος του 2011 στο 53%. Παράλληλα, η κυβέρνηση τον Φεβρουάριο του 2012 ψήφισε το δεύτερο μνημόνιο, επαχθέστερο του πρώτου. Σταδιακά το χρέος από τους εισοδηματίες και τις τράπεζες επιβάρυνε τους Ευρωπαίους μικρομεσαίους φορολογούμενους. Αυτό δεν ήταν τυχαίο γεγονός, αλλά συνιστά τη λογική του συστήματος.
Η ύφεση 25% (μεταξύ 2008 και 2014), οι 1,4 εκατ. άνεργοι, η σύνθλιψη των εισοδημάτων και η αποσυσσώρευση κεφαλαίου οδήγησε τη συγκυβέρνηση, που σχηματίσθηκε με τις εκλογές του Ιουνίου 2012, σε έντονη αντιπαράθεση. Η ΔΗΜΑΡ δραπέτευσε με πρόσχημα το κλείσιμο της ΕΡΤ (Ιούνιος 2013). Όμως μετά τις ευρωεκλογές (Μάιος 2014) οι εναπομείναντες δυο εταίροι ακολούθησαν τοις πράγμασι το παράδειγμά της, αφού εγκατέλειψαν το πρόγραμμα προσαρμογής ομιλώντας για success story, αντιπολιτευόμενοι την Αριστερά, η οποία υποσχόταν τον παράδεισο.
Ένα μέρος της κοινωνίας βρέθηκε σε ανοικτή ή επαπειλούμενη πτώχευση (Παπαηλίας Θ., «Ποντίκι», 28 Μαΐου 2015). Συνεπώς, η κυβέρνηση, αντί να ολοκληρώσει τα μέτρα που προαπαιτούνταν για την τελευταία αξιολόγηση και να λάβει τα 7 δισ. ευρώ (ολοκληρώνοντας τον Δεκέμβριο τις μνημονιακές υποχρεώσεις), εκτίμησε ότι η λήψη των επιπλέον μέτρων (μειώσεις συντάξεων, καταρράκωση των επικουρικών κ.λπ.) θα την οδηγούσε σε ήττα. Ζήτησε ως εκ τούτου (το καλοκαίρι από τη Γερμανία) πολιτική λύση, την οποία φυσικά δεν έλαβε. Απέτυχε στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και στις 25 Ιανουαρίου απώλεσε την εξουσία.
Αν και ήταν απτό το ψηφιδωτό των δυνάμεων που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη, ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα σύνολο ατάκτων, έκρινε ότι ο νωπός θρίαμβός του θα έπειθε τους δανειστές. Αλλά ήταν ποτέ κάτι τέτοιο δυνατόν;
2. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο: οι ιδεολογικές συντεταγμένες
Ενώ το διάστημα 1400-1750, δηλαδή προ της βιομηχανικής επανάστασης, κυριαρχούσε ο κρατικός παρεμβατισμός και στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις η εμποροκρατία, σταδιακά στη Γαλλία με τους Φυσιοκράτες και στην Αγγλία με την αγγλική πολιτική σκέψη και φιλοσοφία (Lock, Hume, Smith) επικράτησε ο φιλελευθερισμός. Στην Αγγλία μάλιστα το 1834 με τον νέο νόμο περί πτωχών καταργήθηκε όλο το προστατευτικό πλέγμα που είχε θεμελιωθεί κατά τον 16ο αιώνα και θεσπιστεί το 1601.
Η κατάργηση των νόμων περί σιτηρών (1846) επέβαλε και την ελευθερία του εμπορίου. Η πρωτοστατούσα Αγγλία δεν είχε να χάσει στον ανταγωνισμό σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, ιδιαίτερα της Ευρώπης. Όμως, στην τελευταία, ιδιαίτερα στη Γερμανία, προβλήθηκε σοβαρή άμυνα με την Ιστορική Σχολή, η οποία διατήρησε την αντίληψη περί του προστατευτισμού και μαζί με την άνοδο του εθνικισμού θεμελίωσε ισχυρή θεωρία παρέμβασης. Με τις προϋποθέσεις αυτές, ως ιδεολογία, ο Μπίσμαρκ, προκειμένου να διατηρήσει το αμάλγαμα των κρατιδίων που συνενώθηκαν, συνέστησε το πρώτο κράτος πρόνοιας (μέτρα τη δεκαετία 1880).
Η προελαύνουσα σοσιαλιστική ιδεολογία, λόγω του διογκούμενου εργατικού ζητήματος, απότοκου της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης, διεύρυνε σε όλες σχεδόν τις χώρες το κίνημα του κρατικού παρεμβατισμού, ενώ οι καταστροφές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και η κρίση (1929-1933) καθιέρωσαν τα κεϋνσιανά οικονομικά. Η άποψη περί διευρυμένης συμμετοχής του Δημοσίου κατέστη αποδεκτή σε όλη την ήπειρο μέχρι το 1970. Είτε ανελάμβαναν την εξουσία εργατικά κόμματα είτε συντηρητικά, οι διαβαθμίσεις δεν απέκλιναν ουσιωδώς. Και οι μεν και οι δε ευνοούσαν τη μεσαία τάξη και μάλιστα το χαμηλότερο και μεσαίο τμήμα αυτής2 και για τον λόγο αυτόν μεσουράνησε το κράτος πρόνοιας.
Η πολιτική της αύξησης των δημόσιων δαπανών και των ελλειμματικών προϋπολογισμών και η σταδιακή μετακίνηση του καπιταλισμού σε σοσιαλιστικές συντεταγμένες (ένα είδος μετάβασης) οδηγήθηκε τη δεκαετία του 1970 στα όριά της.
Οι φορολογικοί συντελεστές, προκειμένου να καλυφθεί μέρος των ελλειμμάτων, διαρκώς διογκώνονταν (οι ανώτεροι υπερέβησαν το 60% ή και 70%), με συνέπεια ένα ικανό τμήμα – κυρίως το μεσαίο και ανώτερο – της μεσαίας τάξης να υφίσταται ισχυρή αφαίμαξη και να αρχίσει να διάκειται αρνητικά απέναντι στην αποκληθείσα δημοσιονομική «ασωτία».
Οι πετρελαϊκές κρίσεις (1973 και 1979) επιβάρυναν αφόρητα την κατάσταση αυτή δίνοντας σημαντικό χτύπημα στην εφαρμοζόμενη πολιτική της περιόδου (1940-1970). Το κεφάλαιο σταδιακά μετετρέπετο σε πολυεθνικό3. Η μητρική εταιρεία συνήθως διατηρεί τη διοίκηση στο κέντρο και μεταφέρει τις λοιπές δραστηριότητες στην περιφέρεια. Η μετακίνησή του σε συγκεκριμένα σημεία έχει ως απόρροια τη μερική αποβιομηχάνιση των ανεπτυγμένων χωρών. Το κεφάλαιο, προκειμένου να αποφύγει την υψηλή φορολογία και τους υψηλούς μισθούς που επικρατούν στη Δύση, εγκαθίσταται στην Ανατολή ή σε τροπικούς φορολογικούς παραδείσους. Η δύναμη των συνδικάτων μειώνεται και η φορολογική επιβάρυνση κρίνεται ως επιδρομή στον πλούτο.
Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού διέλυσε το «αντίπαλο δέος», ενώ η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η επιβολή ενιαίων κανόνων (κοινώς η διευκόλυνση) στην κίνηση του κεφαλαίου και των εμπορευμάτων αρχικά και τη μετακίνηση ανθρώπων ύστερα κυριάρχησε. Υπ’ αυτούς τους όρους το κράτος πρόνοιας και όλη η δυτική αντίληψη περί καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο απαξιώθηκαν σημαντικά. Λόγω της κοινωνικής πίεσης αρχικά το κράτος προσπάθησε να διατηρήσει ένα ελάχιστο όριο παρέμβασης, χρηματοδοτώντας κάποιες δομές (πρόνοια κ.λπ.), με συνέπεια την αύξηση του χρέους, αφού τα φορολογικά έσοδα μειώνονται καθώς το ανώτερο τμήμα της μεσαίας τάξης και οι πλούσιοι διέφευγαν. Η αντιμετώπιση του χρέους όμως απαιτούσε μικρότερα έξοδα, άρα μικρότερο κοινωνικό κράτος.
Σε αυτήν τη δίνη είναι εγκλωβισμένες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις από το 1990 και έπειτα, με τις πλέον προχωρημένες να έχουν καταστεί κοινωνίες των δύο τρίτων και να τείνουν να μετατραπούν σε αυτές του ενός τρίτου, αφού είναι υποχρεωμένες, ως αερόστατο που πέφτει, να εγκαταλείπουν βάρος, δηλαδή κοινωνικά στρώματα στην τύχη τους. Τοιουτοτρόπως, η πολιτική έχει καταστεί υποχείριο των οικονομικών εξελίξεων.
Ενώ δηλαδή στις αρχές της ανόδου του εθνικού κράτους η πολιτική μπορούσε να επιβάλλεται επί του πλούτου, σήμερα συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Έτσι ο Γερμανός αυτοκράτορας ή ο Φίλιππος Β’ είχαν την ισχύ να παραβλέπουν ενίοτε τα αιτήματα των κεφαλαιούχων και να πειθαναγκάζουν τους Fugger, ενώ τώρα το κεφάλαιο (οι τραπεζίτες, οι επιχειρήσεις, η ordo senatorius) επιβάλλει τη θέλησή του επί της πολιτικής. Γι’ αυτό και η σύνοδος των Ευρωπαίων ηγετών κρύβεται πίσω από τους τεχνοκράτες και δεν λαμβάνει πολιτική απόφαση, αφού θα πρέπει πρώτα να έχει διαβεβαιωθεί ότι η όποια απόφαση δεν θα έχει σοβαρό οικονομικό αντίκτυπο στον κόσμο που αυτοί εκπροσωπούν.
3. Η σύγκρουση ΣΥΡΙΖΑ - δανειστών
Τα κυβερνητικά στελέχη επισκέφτηκαν την Ευρώπη μετά τις εκλογές. Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι η κάμψη της θέλησης των δανειστών για ελάττωση της πίεσης ήταν ανέφικτος. Το αίτιο: Το χρέος είναι μη βιώσιμο.
Το 2010 το «κούρεμα» δεν πραγματοποιήθηκε, όπως ζητούσε το ΔΝΤ, για να μην πληγούν οι ευρωπαϊκές (γερμανικές και γαλλικές) τράπεζες, δηλαδή το ευρωπαϊκό κεφάλαιο.
Το 2015 μια μείωσή του θα επιβαρύνει τυπικά τους φορολογούμενους - ψηφοφόρους. Στην πράξη όμως εμμέσως θα επιβαρυνθούν οι επιχειρήσεις και γενικότερα η πίσω από την κυβέρνηση καθεστηκυία τάξη. Θα μπορούσε φυσικά να καλύψει την αποπληρωμή του χρέους η ΕΚΤ. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει πολιτική συμφωνία και πιθανότατα αλλαγή θεσμικού πλαισίου, λύση συνεπώς χωρίς πολλές ελπίδες.
Απομένουν η επιμήκυνση και η ταυτόχρονη κάμψη των ήδη χαμηλών επιτοκίων. Εφ’ όσον υπήρχε μια ρητή δήλωση ότι σύντομα η Ευρωζώνη θα ησχολείτο με την ελάφρυνση του χρέους, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ., η οποία ήταν έτοιμη να προχωρήσει σε δεσμεύσεις αντίστροφες από το πρόγραμμα με το οποίο εξελέγη (αφού αντί παροχών προέβλεπε μέτρα 8 δισ.), θα μπορούσε να υποστηρίξει τη συμφωνία. Ωστόσο, η στήριξη μιας αριστερής ελληνικής ηγεσίας από ένα σύνολο συντηρητικών κυβερνήσεων καθιστούσε δύσκολη μια παρόμοια επιλογή.
Άρα, χωρίς μείωση του χρέους κάθε μέτρο, κάθε πρόγραμμα λιτότητας θα οδηγεί πολλαπλασιαστικά στην ύφεση. Αυτό το γνωρίζει το ΔΝΤ και γι’ αυτό επιμένει εδώ και δύο έτη στη διαγραφή μέρους του. Επειδή οι Ευρωπαίοι το αρνούνται, προτείνει διαρκώς μείωση δαπανών και αύξηση φορολογίας αυτογελοιοποιούμενο. Εκείνοι υποστηρίζουν ότι μια σεισάχθεια μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλους αδύναμους κρίκους της Ευρώπης, γεγονός που αυξάνει υπέρμετρα το κόστος εξοργίζοντας τη γερμανική πολιτική τάξη.
Έτσι όλοι έψαχναν για φύλλο συκής.
♦ Οι δανειστές, επειδή αντιλαμβάνονται ότι η διάσωση της χώρας είναι αδύνατη αν δεν υποστούν αυτοί απώλειες, επιδιώκουν με υπερβολικά μέτρα να αναγκάσουν την κυβέρνηση να αποχωρήσει και να απαλλαγούν από την κατηγορία ότι έδιωξαν κάποιο μέλος και ότι η ζώνη του ευρώ λειτουργεί ως ανώνυμος εταιρεία, όπου οι μικροί εταίροι έχουν ελάχιστα δικαιώματα.
♦ Η κυβέρνηση, αναλογιζόμενη τον επερχόμενο όλεθρο που θα έφερνε η εφαρμογή των μέτρων, προσπαθεί να διαφύγει μέσω του δημοψηφίσματος κομπορρημονώντας.
Τα μέτρα, ακόμη και αν ψηφίζονταν, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοσθούν (όταν μάλιστα θα είχε την πρώην συγκυβέρνηση – ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ. – να την πλευροκοπά αδυσώπητα) και το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ θα καταρρακώνετο. Μια οικουμενική θα ήταν, ίσως, σε θέση να υλοποιήσει τα μέτρα και με την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε γρήγορος απεγκλωβισμός, δηλαδή απόφαση ελάττωσης του χρέους και στήριξη των επενδύσεων (για επανασυσσώρευση του κεφαλαίου). Διαφορετικά και αυτή η οικουμενική θα απαξιώνετο, ενώ νέα πολιτικά σχήματα θα ανέρχονταν με απρόβλεπτες εξελίξεις.
Έχοντας υπόψη την αντίληψη των Ευρωπαίων, όπως σκιαγραφήθηκε ανωτέρω, μόνο αν διακυβεύονται τα ύψιστα γι’ αυτούς μπορεί να προχωρήσουν σε μικρές υποχωρήσεις.
Η αντιπαράθεση Ελλάδος - Γερμανίας αποτελεί μια οιονεί αντιπαράθεση εργασίας - κεφαλαίου ή καταναλωτών προς μονοπωλητές παραγωγούς. Εφ’ όσον οι διασώστες αρνούνται να ελαττώσουν το χρέος, οποιαδήποτε κυβέρνηση θα υφίσταται ταπείνωση και θα υποχρεώνεται να λαμβάνει μέτρα λιτότητας, τα οποία θα μειώνουν τα εισοδήματα, άρα θα συρρικνώνουν τη φοροδοτική ικανότητα και επομένως θα απομακρύνουν τη δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους. Τουτέστιν μια εξαθλίωση στο διηνεκές.
Κατά συνέπεια, λόγω της ιδεολογίας που επικρατεί στον Βορρά, απότοκο των οικονομικών εξελίξεων που περιγράφθηκε, δεν φαίνεται να διαρρηγνύεται εύκολα ο φαύλος κύκλος. Και τα δυο μέρη μένουν ικανοποιημένα: Οι μεν κυβερνώντες διότι δεν βρίσκονται σε αντίθεση με την κοσμοθεωρία τους, οι δε Ευρωπαίοι διότι δεν έρχονται επίσης σε αντιπαράθεση με τη δική τους, αφού δεν εγγράφουν ζημιές στα λογιστικά τους βιβλία κάτω από την πίεση των (οικονομικά και κοινωνικά) κατώτερων.
Το όποιο κόστος θα το αποδώσουν αργότερα στους αφερέγγυους πρώην εταίρους. Στην Ελλάδα η καταστροφή από την απομάκρυνση θα πλήξει ασύμμετρα τα κοινωνικά στρώματα. Το μεσαίο και το κατώτερο στρώμα της μεσαίας τάξης μαζί με τους φτωχότερους θα είναι τα κυρίως θύματα.
1) Έχει υποστηριχθεί ότι δεν διέθετε μεγάλη τεχνογνωσία, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, αφού η εμπειρία του – εκ του καταστατικού του – αφορά κυρίως προβλήματα στο εμπορικό ισοζύγιο.
2) Οι Εργατικοί κυρίως το χαμηλότερο και δευτερευόντως το μεσαίο· οι Συντηρητικοί, το μεσαίο κυρίως και δευτερευόντως το χαμηλότερο
3) Βεβαίως η επέκταση του κεφαλαίου εκτός εθνικών συνόρων είναι παμπάλαιο γεγονός και συνάδει με τη φύση του. Ωστόσο, σε διευρυνόμενη κλίμακα αυτή η κίνηση ξεκίνησε μετά τον 18ο αιώνα και κορυφώθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου. Η δημιουργία της βαριάς βιομηχανίας κατέστησε σχεδόν αναπόφευκτη τη σύμπραξη του τραπεζικού τομέα (καθώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες ήταν αδύνατον να καλυφθούν από τους καινοτόμους επιχειρηματίες).
Σημαντικό μέρος του κεφαλαίου τοποθετείτο σε σταθερούς σχετικά θύλακες (ομόλογα - τραπεζικά προϊόντα κ.λπ.). Τη ραγδαία ανάπτυξη του συστήματος της αγοράς δεν τη δημιούργησαν οι υπάρχοντες καπιταλιστές, όπως θα υποστήριζε ο Ricardo ή ο Marx, αλλά κυρίως οι μικροί επιχειρηματίες στους οποίους η σπάνις του κεφαλαίου ήταν συνήθης. Το μεγαλύτερο μέρος από τα καινοτόμα αυτά προϊόντα (νέα βιομηχανικά είδη) έτυχαν χρηματοδότησης κυρίως από τον τραπεζικό τομέα και από τα λιμνάζοντα κεφάλαια, τα οποία είχαν δημιουργηθεί είτε από τις προσόδους της γης, είτε κυρίως από προηγούμενες επιχειρηματικές δράσεις.
Εξ ου και από το 1875 ανέρχονται τα καρτέλ και το χρηματιστικό κεφάλαιο. Το φαινόμενο που ο Hobson και οι διάφοροι μαρξιστές (Luxembourg, Lenin κ.λπ.) περιέγραψαν (ιμπεριαλισμός) προήλθε σαν συνέχιση αυτής της πολιτικής. Η επονομαζόμενη εποχή των κανονιοφόρων (1875-1914) θα κυριαρχήσει