Το site αυτό ΔΕΝ εκπροσωπεί τον ΔΗΜΟ ΠΥΛΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ...

www.chora-messinias.gr
Επισκευθείτε εικονικά το Μουσείο της Χώρας

ΝΙΧΩΡΙΑ ΕΝΑΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1100-700 π.Χ)

AddThis Social Bookmark Button

nihoriaΟποιεσδήποτε και αν ήταν οι αιτίες της κατάρρευσης των υψηλά καλά οργανωμένων και αυστηρά ομογενοποιημένων μυκηναϊκών βασιλείων, η αποσύνθεσή τους προκάλεσε στους επόμενους αιώνες ανασφάλεια και σοκ. Η κοινωνία η οποία δημιουργήθηκε μετά την πτώση των ανακτόρων ήταν απλούστερη και περισσότερο διαχωρισμένη. Από τα ευρήματα γίνεται φανερό ότι στην ανατολική Ελλάδα οι επιζώντες προσπάθησαν να διατηρήσουν τα μυκηναϊκά έθιμα για μερικές ακόμη γενιές. Σε άλλες περιοχές, οι εναπομείναντες απομονώθηκαν τελείως αλλά  εξακολουθούσαν να ακολουθούν τα έθιμα των προγόνων τους. Πάντως το χαρακτηριστικό ήταν ότι σε όλους τους νέους οικισμούς η τεχνολογία οπισθοδρόμησε το ίδιο με την αρχιτεκτονική και γενικά παρατηρήθηκε μια υποχώρηση στο σύνολο του τρόπου ζωής.
Στη Μεσσηνία ειδικότερα, τα σημάδια ήταν περισσότερο εμφανή από άλλες περιοχές επειδή εκεί ο μυκηναϊκός πολιτισμός είχε φτάσει σε μεγάλη ανάπτυξη. Επειδή όλα τα τεκμήρια τα οποία υπάρχουν από τους σκοτεινούς αιώνες προέρχονται από τάφους είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να μπορούμε να μιλάμε για ακριβή χρονολογικό καθορισμό των ευρημάτων. Στην περίπτωση όμως των Νιχωρίων υπάρχει πλήθος τεκμηρίων από τη σκοτεινή εποχή έτσι ώστε να μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα  για τον οικισμό αλλά και για τη Μεσσηνία γενικότερα1.

Τα Νιχώρια, η δεύτερη σημαντικότερη πόλη στο βασίλειο της Πύλου  ονομάζονταν TI-MI-TO-A-KE-E2 από τους γραφείς της Γραμμικής Β΄. Η πόλη ήταν χτισμένη σε στρατηγικό σημείο της διασταύρωσης δρόμων  που οδηγούσαν και οδηγούν, από τη μεσσηνιακή πεδιάδα στην δυτική ακτή και από την τη κεντρική Μεσσηνία στη χερσόνησο της Πυλίας. Δεν ήταν εξάλλου τυχαίο ότι οι ταφές κατά της σκοτεινή εποχή πραγματοποιούνταν μόλις δίπλα από την κύρια διασταύρωση. Οι κάτοικοι προτίμησαν να χτίσουν τον οικισμό στην πλαγιά και όχι στην παραλία λόγω της μεγαλύτερης ασφάλειας που πρόσφερε και οπωσδήποτε για την αποφυγή των κουνουπιών και των ασθενειών που επακολουθούσαν. Σίγουρα ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα του οικισμού ήταν η μεγάλη και εύφορη γη του η οποία ποτίζονταν από δύο ποτάμια, της Καριάς και της Βελίκας. Η θέση του οικισμού, του επέτρεπε να έχει επαφή και επιδράσεις από το Αιγαίο αλλά και από τη δυτική Ελλάδα. Κατά την σκοτεινή εποχή από την κεραμική συμπεραίνεται ότι τη μεγαλύτερη επίδραση τη δέχονταν από τη γειτονική Λακωνία.                                 
Αν και υπάρχει διάσταση απόψεων για το αν η πόλη καταστράφηκε από τους ίδιους ανθρώπους οι οποίοι πυρπόλησαν και το παλάτι του Εγκλιανού (παλάτι του Νέστορα), γεγονός είναι ότι ο μυκηναϊκός οικισμός  εγκαταλείφτηκε μετά από την κατάρρευση του ανακτόρου. Λογικό όμως φαντάζει ότι ο μυκηναϊκός πληθυσμός της πόλης μόνο βίαια μπορεί να εγκατέλειψε ένα τόσο παραγωγικό και ελκυστικό περιβάλλον. Ως αιτίες της εγκατάλειψης λογίζονται: η εξολόθρεψη  των κατοίκων, η μεταφορά τους ως σκλάβων ή η αποδεκάτισή τους από λοιμό ή πανούκλα. Αυτοί μόνο μπορούν να περιγραφούν ως κύριοι λόγοι εγκατάλειψης, γιατί είναι δύσκολο να φανταστούμε άλλες αιτίες που να ώθησαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τον πλούσιο τόπο τους.
Λογικό πάντως φαντάζει ότι κάποιοι επέζησαν και εξακολούθησαν να διαβιώνουν στο οικείο περιβάλλον, αν και σε συνθήκες πιθανότατου κινδύνου από θάλασσα  ή ξηρά, ή της πιθανής φυσικής καταστροφής, μιας παρατεταμένης ξηρασίας για παράδειγμα. Όλα αυτά σίγουρα τους οδήγησαν να επιστρέψουν σε ένα απλούστερο τρόπο ζωής από τον προηγούμενο. Πιθανότατα μετά την κατάρρευση οι επιζήσαντες να απομακρύνθηκαν στα βουνά και να επέστρεψαν μετά από μια γενιά όταν ο κίνδυνος θα είχε εξαλειφτεί. Ίσως να έμοιαζαν με τους νεώτερους κτηνοτρόφους οι οποίοι επέστρεφαν στα χειμαδιά μόνο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Σε ένα τέτοιο απλοϊκό τρόπο ζωής οι ειδικευμένοι τεχνίτες και οι γραφείς των παλατιών πιθανότατα έμειναν αργοί. Μεταλλικά εργαλεία και αντικείμενα  αντικαταστάθηκαν από ξύλινα, πέτρινα και δερμάτινα. Επίσης, προσωρινές καλύβες  αντικατέστησαν τις μονιμότερες κατοικίες με αποτέλεσμα τα υλικά για τους αρχαιολόγους να είναι ελάχιστα. Σταδιακά η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή αλλά και στη Μεσσηνία γενικότερα αυξήθηκε μετά την πάροδο τουλάχιστον 100 και πλέον χρόνων από την πτώση του ανακτόρου.
Ότι και να υποθέσουμε γεγονός πάντως είναι ότι ο οικισμός ξαναδημιουργήθηκε κατά τη σκοτεινή περίοδο με νέα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Όσο αφορά τις οικίες, οι περισσότεροι κάτοικοι κατοικούσαν σε αψιδωτά σπίτια τα οποία αποτελούνταν από ένα δωμάτιο. Οι βάσεις των σπιτιών ήταν από πέτρα, οι τοίχοι τους από πλίθες ή από καλαμωτές επιστρωμένες με λάσπη και οι στέγες τους από πισσαρισμένο άχυρο. Στο κέντρο του οικισμού υπήρχε το σπίτι του «αρχηγού» το οποίο πρέπει να ήταν το  κέντρο της πολιτικής, θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής της κοινότητας3.
Αν και οι αριθμοί είναι πολύ σχετικοί, ο αριθμός 40 οικογενειών φαντάζει ενδεικτικός για το πλήθος των κατοίκων κατά τη μέση σκοτεινή περίοδο(10ος , 9ος αιώνας π.Χ) και γύρω στο1/3 για την αρχή και το τέλος της. Τα Νιχώρια κατά τη διάρκεια των σκοτεινών χρόνων ήταν ένας από τους μικρούς οικισμούς της μεσσηνιακής γης και φυσιολογικά κατά τη διάρκεια του Α΄ Μεσσηνιακού πολέμου οι κάτοικοι του οικισμού και γενικά της ανατολικής Μεσσηνίας πρέπει να ήταν λιγότεροι λόγω του επικινδύνου της περιοχής.
Κατά τους σκοτεινούς χρόνους έχουν αναγνωριστεί ότι υπήρχαν οι εξής  ομάδες  τεχνιτών στον οικισμό: οικοδόμοι, μεταλλουργοί, αγγειοπλάστες και υφάντρες. Επίσης, εκτός από αυτούς τους κύριους πρέπει να υπήρχαν τεχνίτες λίθου και άλλοι ειδικευμένοι στη δερματουργική. Από τους παραπάνω τεχνίτες γίνεται φανερό ότι το κάθε νοικοκυριό επιδίωκε την αυτάρκεια, αν εξαιρέσουμε τους μεταλλουργούς και τους αγγειοπλάστες. Τα προϊόντα των παραπάνω δύο ειδικοτήτων θα πρέπει να αποτελούσαν τα μοναδικά είδη ανταλλαγής της τοπικής κοινωνίας. Επαφές με άλλες κοινότητες σίγουρα υπήρχαν τουλάχιστον για την πρώτη ύλη της μεταλλουργίας. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι οι τοπικοί σιδεράδες ξαναέλιωναν τον εισαγόμενο χαλκό τον οποίο είχαν παραλάβει σε πλάκες. Όσο αφορά τον σίδερο το υλικό λιώνονταν σε καλούπια. Ο σίδηρος πιθανότατα λαμβάνονταν από τη γειτονική Μάνη και το καύσιμο υλικό για το λιώσιμό του προέρχονταν από τη βελανιδιά, η οποία αφθονούσε στην περιοχή4.
Όσο αφορά τη διάκριση των καθηκόντων ανδρών και γυναικών, οι γυναίκες πρέπει να ξόδευαν τον περισσότερο χρόνο τους στον οικισμό εκτός και είχαν να εκτελέσουν το πανάρχαιο γυναικείο καθήκον τους, τη μεταφορά νερού από τις πηγές στο νοικοκυριό τους. Η προετοιμασία του φαγητού ή άλλα γυναικεία καθήκοντα  πρέπει να γίνονταν μέσα ή γύρω από τις οικίες. Οι άντρες θα απουσίαζαν την περισσότερη ώρα από το σπίτι απασχολημένοι με τη βοσκή των κοπαδιών ή την καλλιέργεια των δημητριακών. Το κυνήγι επίσης θα τους έπαιρνε αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο τους. Οι εποχιακές κατοικίες κοντά σε κυνηγότοπους ή σε μέρη κατάλληλα εποχιακά για τη βοσκή των ζωών δεν θα ήταν κάτι ξένο για τους Νιχωρήτες. Τα ζώα θα βοσκούσαν και θα έμεναν στην πεδιάδα εκτός από τις ημέρες κινδύνου. Η σφαγή τους θα γίνονταν κοντά στα μαντριά τους, το ίδιο η παραγωγή τυριού και των υπόλοιπων γαλακτοκομικών προϊόντων.
Από το αρχαιολογικό υλικό συνάγεται ότι κατά την πρώτη σκοτεινή περίοδο οι κάτοικοι ήταν εξοικειωμένοι με την προηγούμενη κεραμική και ειδικά με τον τρόπο ταφής των νεκρών. Όμως σταδιακά υιοθέτησαν νέα ταφικά έθιμα, όπως τους  κυβοειδείς τάφους5. Μια άλλη καίρια διαφορά με τους μυκηναίους προκατόχους τους  ήταν οι διατροφικές συνήθειες. Ενώ οι Μυκηναίοι Μεσσήνιοι είχαν μια πιο ισορροπημένη διατροφή η οποία αποτελούνταν από  συνδυασμό αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, οι Νιχωρήτες  των σκοτεινών χρόνων κατανάλωσαν επί το πλείστον κτηνοτροφικά προϊόντα, κυρίως βοοειδή, αφού κατά τις ανασκαφές βρέθηκαν πληθώρα σχαρών για ψήσιμο κρέατος6.
Οι διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων αντικατοπτρίζονται στα κεραμικά αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιούν για την κατανάλωση του φαγητού τους. Έτσι ενώ κατά τη μυκηναϊκή περίοδο επικρατούσαν τα βαθιά και ανοιχτά αγγεία τα οποία ήταν κατάλληλα για την κατανάλωση δημητριακών, στους αμέσως σκοτεινούς αιώνες κυριαρχούν τα μικρότερα.  
Ακόμη, από τα απομεινάρια των οστών ζώων μπορούν επιπλέον να εξαχθούν συμπεράσματα. Κατά την σκοτεινή εποχή υπάρχουν λιγότερα οστά προβάτων, χοίρων και αιγών. Από την άλλη μεριά παρουσιάζονται περισσότερα οστά σκύλων τα οποία πιθανότατα συνδέονται με την εκτροφή βοοειδών και με το κυνήγι. Επίσης η κατανάλωση κρέατος κόκκινου ελαφιού την περίοδο των σκοτεινών χρόνων έχει μεγιστοποιηθεί κάτι που υποδεικνύει το εντονότερο κυνήγι τους, μέχρι την τελική εξαφάνισή τους κατά το τέλος της σκοτεινής εποχής.
Η συμπλήρωση της διατροφή των Νιχωρήτων περιελάμβανε ακόμη την κατανάλωση, χελώνων, λαγών και θαλασσινών. Σίγουρα πάντως έτρωγαν λιγότερα θαλασσινά από τους Αθηναίους ομολόγους τους. Το μενού των Νιχωρητών συμπληρώνονταν από μια αρκετά μεγάλη ποικιλία από φυτικά προϊόντα, όπως σιτάρι και κριθάρι, σταφύλια, ελιές, λάδι, σύκα και φακές. Μαζί με τα παραπάνω βελανίδια και αγριοκέρασα συμπλήρωναν τον κατάλογο.
Σχετικά τώρα με τη χρήση των δέντρων της περιοχής από τους κατοίκους, οι Νιχωρήτες χρησιμοποιούσαν τη βελανιδιά με ποσοστό 45%, ακολουθούσε η ελιά με ποσοστό 30% και ακολουθούσε το σφεντάμι με 6%. Ακολουθούσαν οι συκιές, τα αμπέλια και ο πεύκος. Η μεγάλη κατανάλωση της βελανιδιάς ως υλικού για τις φωτιές είναι απόδειξη ότι η Μεσσηνία κατά τα προϊστορικά χρόνια καλύπτονταν από δάση βελανιδιάς, μερικά από τα οποία υπήρχαν μέχρι και τον 19ο αιώνα7. Σίγουρα η μεγάλη κατανάλωση κρέατος του κόκκινου ελαφιού πρέπει να συνδέεται με αύξηση των δασών μετά από την εντατική γεωργική καλλιέργεια των μυκηναϊκών χρόνων.
Επίσης, η κατανάλωση του ξύλου τις ελιάς για τη χρήση του σε φωτιές είναι ενδεικτικό της χρήσης της ελιάς και των προϊόντων της κατά τους σκοτεινούς χρόνους. Ως γνωστών η ελιά χρειάζεται λιγότερο προσωπικό για την καλλιέργειά της και επιπλέον αναπτύσσεται εύκολα σε λιγότερο εύφορα εδάφη τα οποία δεν είναι κατάλληλα για τη βόσκηση των βοοειδών. Πιθανότατα, όπως μας δείχνουν οι αναλύσεις γύρης από τη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας τα ελαιόδεντρα να είχαν φυτευτεί κατά το τέλος της μυκηναϊκής εποχή και απλά οι αγρότες των σκοτεινών χρόνων να τα χρησιμοποίησαν κατάλληλα. Πάντως από τις αναλύσεις γύρης συμπεραίνεται ότι στην περιοχή του ανακτόρου του Εγκλιανού τα ελαιόδεντρα κυριαρχούσαν κατά τους σκοτεινούς χρόνους8.
Η κατοίκηση στον οικισμό Νιχώρια των σκοτεινών χρόνων τερματίστηκε στα μέσα του 8ου π.Χ αιώνα. Η εποχή αυτή ταυτίζεται με τον 1ο Μεσσηνιακό πόλεμο και πιθανότατα σχετίζεται με το καμένο σπίτι στο κέντρο του οικισμού. Σίγουρα ο πληθυσμός των Νιχωρίων  στο τέλος των σκοτεινών χρόνων ήταν μικρότερος σε αριθμό και περισσότερο απομονωμένος από την αρχή της περιόδου. Κατά την ύστερη γεωμετρική περίοδο ο οικισμός είχε αλλάξει τοποθεσία και πιθανότατα δεν ήταν πολύ μακριά από των οικισμό των σκοτεινών χρόνων. Η ανακάλυψη της ταφής μέσα σε πίθο με το νεκρό τοποθετημένο έτσι ώστε να κοιτάζει νοτιοανατολικά προς τον Ταΰγετο, μπορεί να προτείνει την υπόθεση, ότι ο τοπικός ήρωας  κοιτούσε κατά την κατεύθυνση των μισητών εχθρών και καλούσε τους υπόλοιπους να μην ξεχάσουν το χρέος που είχαν απέναντι στους νεκρούς τους9.

Nichoria small messinian village 1100-700
nihoria7
nihoria2
nihoria4
nihoria3
nihoria9
nihoria6
nihoria8
nihoria1
nihoria5


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Στις επόμενες γραμμές καταγράφονται οι χρονολογικές περίοδοι σε σχέση με τα αρχαιολογικά τεκμήρια τα οποία έχουν βρεθεί  όχι μόνο στα Νιχώρια αλλά και σε άλλες μεσσηνιακές  θέσεις και  οι οποίες μας δίνουν αρχαιολογικά τεκμήρια στο νομό όσο αφορά τη σκοτεινή εποχή.
Σκοτεινοί αιώνες Ι (1075-975 π.Χ): Ραμοβούνι, Δώριο, Μάλθη,Τραγάνα. Νιχώρια.
Σκοτεινοί αιώνες ΙΙ (975-850 π.Χ): Άνθεια, Καφιριό, Καρδαμύλη, Τραγάνα Νιχώρια.
Σκοτεινοί αιώνες ΙΙΙ (850-800 π.Χ): Δεν υπάρχει υλικό.
Σκοτεινοί αιώνες ΙΙΙΙ (800-750 π.Χ): Εγκλιανός, Νιχώρια.
Ύστερη Γεωμετρική εποχή (750-700): Βολιμίδια Νιχώρια.
McDonald W.A. & Coulson W & Rosser. J. Excavations at Nichoria. Dark Age and Byzantine occupation Volume III. The University of Minnesota Press, Minneapolis 1983 pp 319.
2. J. Bintliff (Edit). Mycenaean Geography. Cambridge 1977, map 7.
3. McDonald W.A. & Coulson W & Rosser. J. Excavations at Nichoria. Dark Age and Byzantine occupation Volume III. The University of Minnesota Press, Minneapolis 1983 pp 328.
4. Τhe Minnesota Messenia Expedition. The University o Minnesota Press Minneapolis 1972, pp 188.
5. V.R. Desborough. The Greek Dark Ages. London Ernest Benn Limited 1972 pp 255.
6. McDonald W.A. & Coulson W & Rosser. J. Excavations at Nichoria. Dark Age and Byzantine occupation Volume III. The University of Minnesota Press, Minneapolis 1983 pp 324.
7. Τhe Minnesota Messenia Expedition. The University o Minnesota Press Minneapolis 1972 pp 246-7
8. Η περιοχή της δυτικής Μεσσηνίας πριν την  Μυκηναϊκή εποχή καλύπτονταν από πευκοδάση. Τα πεύκα αποψιλώθηκαν κατά την μυκηναϊκή περίοδο για την αύξηση της καλλιεργήσιμης γης αλλά και για την ξυλεία τους. Μια ιδέα μπορεί να αποκτήσει ο αναγνώστης για το πώς ήταν η δυτική μεσσηνιακή ακτή αν επισκεφτεί την σημερινή περιοχή του Καϊάφα Ηλίας στην οποία υπάρχουν ακόμα πευκοδάση.
9. G.L. Huxley. Early Sparta. Irish University Press 1970, pp 31-36.

George Mitropoulos M. A., Ph. D Candidate, Modern Greek, Sydney University
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό  Ελληνικά Θέματα, τεύχος 23ο, Melbourne Σεπτέμβρης 2010