Το site αυτό ΔΕΝ εκπροσωπεί τον ΔΗΜΟ ΠΥΛΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ...

www.chora-messinias.gr
Επισκευθείτε εικονικά το Μουσείο της Χώρας
Mailer

Your Email :
Your Name :
Reply-To :
Attach File :
Subject :
Message Box : Email Target / Email Send To :

Plain HTML
Number To Send :
Maximum Script Execution Time ( In Seconds, 0 For no Time Limit )

Μινωικός πολιτισμός

AddThis Social Bookmark Button

0 μινωικός πολιτισμός τοποθετείται χρονικά από τα τέλη της Νεολιθικής Εποχής μέχρι τις αρχές της Εποχής του Σιδήρου (3200-1000 π.Χ.). Η ονομασία αυτή οφείλεται στον ανασκαφέα της Κνωσού σερ Άρθουρ Έβανς, ο οποίος είχε ως έναυσμα το όνομα του βασιλιά του νησιού, γνωστό και από τη μυθολογία ως Μίνωα.

minoan_civil
Η περίφημη τοιχογραφία με τις Γαλάζιες Κυρίες, όπως ονομάστηκαν,
από το ανάκτορο της Κνωσού, έργο του 1600 π.Χ. περίπου.

 Πηγή: http://www.nationalgeographic.gr/iee/

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
Οι πρώτες έρευνες εντοπισμού του μινωικού πολιτισμού στο χώρο της Κνωσού ξεκίνησαν από τον Μίνω Α. Καλοκαιρινό το Δεκέμβριο του 1878. Μια προσπάθεια χωρίς αποτέλεσμα διενήργησε ο Ερρίκος Σλίμαν το 1883, για να έρθει ο σερ Άρθουρ Έβανς να ξεκινήσει με επιτυχία τις έρευνες το 1894 -καθώς το 1898 η Κρήτη ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη Κρητική Πολιτεία και οι αρχαιότητες κτήμα της Πολιτείας-, φτάνοντας στο επιστέγασμα των ανακαλύψεων το 1900. Ο ίδιος συνέχισε με την αρωγή του Πέντλμπερι τις ανασκαφές μέχρι το 1932. Μείζονος σημασίας έργο του Έβανς ήταν η αναστήλωση τμημάτων του ανακτόρου της Κνωσού και των γειτονικών κτιρίων. Από τότε οι ανασκαφές συνεχίζονται από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή και την ΚΓ. Ε.Π.Κ .

knossos_palace
ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΚΤΟΡΩΝ ΤΗΣ ΚΝΩΣΟΥ


taurus_knosos.jpgΑΝΑΚΤΟΡΑ
Τα ανάκτορα αποτελούσαν το κέντρο οργάνωσης της ζωής στην Κρήτη. Με κόμβο το ανάκτορο της Κνωσού, έχουν ανακαλυφθεί σημαντικού βεληνεκούς ανάκτορα, όπως της Φαιστού, της Ζάκρου και των Μαλλίων, των οποίων η κατασκευή τοποθετείται γύρω στο 1900 π.Χ. Η μορφή του ανακτόρου της Κνωσού, όπως σώζεται μέχρι σήμερα -η οποία ανήκει στη Β' Ανακτορική Περίοδο-, δεν ήταν ίδια σε όλη τη διάρκεια της μακρόπνοης Μινωικής Περιόδου. Υπέστη, όπως και τα άλλα ανάκτορα, δύο μεγάλες καταστροφές, πιθανότατα από μεγάλης έντασης σεισμικές δονήσεις. Η πρώτη μεγάλη καταστροφή συνέβη περίπου το 1700 π.Χ., τα ανάκτορα χτίστηκαν ξανά σε μικρό χρονικό διάστημα ακόμη πιο λαμπρά, διανύοντας την αναπτυσσόμενη πορεία τους. Η δεύτερη καταστροφή έγινε γύρω στο 1450 π.Χ., οπότε τα ανάκτορα καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, εκτός από το ανάκτορο της Κνωσού που κατοικήθηκε μέχρι και τη μυκηναϊκή κυριαρχία.

ΚΝΩΣΟΣ
Το ανάκτορο της Κνωσού βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Ηρακλείου, πάνω στο λόφο της Κεφάλας δίπλα στον οποίο ρέει ο ποταμός Καίρατος. Το συγκρότημα απλώνεται σε μια έκταση 22.000 τ.μ. Η οικοδόμηση του ανακτόρου στηρίχτηκε σε μια περίπλευρη οργάνωση πολυώροφων κτιρίων σε τέσσερις πτέρυγες γύρω από μια κεντρική αυλή με διαστάσεις 50 επί 25 μέτρα περίπου, η οποία διοχέτευε φως και αέρα στα ανακτορικά κτίρια. Διέθετε τρεις εισόδους που βρίσκονταν στη βόρεια, στη δυτική και στη νότια πλευρά του. Στα δυτικά υπήρχαν οι αίθουσες τελετών, πλήθος αποθηκών μακρόστενα δωμάτια με αποθηκευτικά πιθάρια-, τα θησαυροφυλάκια, τα ιερά και η αίθουσα του θρknossosνου. Στο νοτιοδυτικό τμήμα αναπτυσσόταν η δυτική αυλή, η είσοδος που οδηγούσε στο Διάδρομο της Πομπής, και στα νότια βρισκόταν το νότιο Πρόπυλο. Στην ανατολική πτέρυγα ήταν τα βασιλικά διαμερίσματα, οι βασιλικές αποθήκες και διάφορα εργαστήρια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τουαλέτα, στην οποία οδηγούσε ο διάδρομος που ενωνόταν με το διαμέρισμα της βασίλισσας. Η έκπληξη έγκειται στη σύνδεση της τουαλέτας με αποχετευτικό σύστημα, το οποίο χρονολογείται από την Παλαιοανακτορική Περίοδο (19ος-1600 π.Χ.), συνιστώντας την παλαιότερη κατασκευή αποχέτευσης στην Ευρώπη. Στη βόρεια πλευρά υπήρχαν το τελωνείο, καθαρτήριες δεξαμενές εξαγνισμού και ένα θέατρο, το οποίο ήταν χώρος δημόσιων συνεστιάσεων και εορτασμών.

Αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό των μινωικών πόλεων ήταν η απουσία οχυρωματικών έργων, σε αντίθεση με τα αμυντικά συστήματα που συναντώνται στις πόλεις του Αιγαίου και της ηπειρωτικής Ελλάδας της ίδιας εποχής (Εποχή του Χαλκού). Εύλογα προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ασφάλεια για τους κατοίκους του νησιού ήταν κατοχυρωμένη, καθώς και ότι για μακρό χρονικό διάστημα επικρατούσε εσωτερική ειρήνη. Η ειρηνική κοινωνική διαβίωση φυσικά ευνοούσε την ανάπτυξη του νησιού, όπως μαρτυρεί και η προέλευση υλικών από τα οποία κατασκευάστηκαν πολλά από τα διασωθέντα αρχαιολογικά ευρήματα. Χάρη στη μεγάλης εμβέλειας εμπορική δραστηριότητα εισήγαγαν ελεφαντόδοντο από τη Συρία, κασσίτερο από τη Μικρά Ασία και το Αφγανιστάν και χαλκό από την Κύπρο, στοιχεία που αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια της Pax minoica, της λεγόμενης μινωικής θαλασσοκρατορίας.